Το πρόβλημα της θεραπείας βάσει αποδεδειγμένων στοιχείων αναδείχθηκε με τον μέγιστο δυνατό τρόπο από την έλευση του νέου κοροναϊού.
Από την αρχή της πανδημίας, οι γιατροί αναζητούσαν μέσα για να διαχειριστούν τους ασθενείς τους με οτιδήποτε φαινόταν βιολογικά λογικό, αφήνοντας πίσω τους την ιατρική βάσει αποδείξεων από τις κλινικές έρευνες.
Με την πανδημία να διανύει το δεύτερο χρόνο της, η υγειονομική κρίση που έχει προκαλέσει μέχρι τώρα, ανέδειξε ταυτόχρονα και τις μεγαλύτερες αδυναμίες της ιατρικής βάσει αποδείξεων.
Το γεγονός επισημαίνει ο Σάιμον Κάρλευ γιατρός επείγουσας ιατρικής σε νοσοκομείο του Μάντσεστερ, αλλά και άλλοι ειδικοί που εντοπίστηκαν στην πρώτη γραμμή της πανδημίας.
Όλοι τους παρατηρούν πως ακόμα και οι πρώιμες έρευνες για την αντιμετώπιση της πανδημικής ασθένειας δεν είχαν ομάδα ελέγχου για σύγκριση των αποτελεσμάτων από τις διάφορες θεραπείες που επιχειρούνταν, ενώ ακόμα και τα άτομα που μετείχαν στις έρευνες αυτές ήταν πολύ λίγα ώστε να αντληθούν δεδομένα που δεν θα άλλαζαν στη συνέχεια.
«Ξεκινούσαμε να χορηγούμε στους ασθενείς φάρμακα που λογικά φαινόταν ότι θα ήταν καλή ιδέα γιατί από τη μια πλευρά θέλεις να κάνεις οτιδήποτε είναι δυνατό για κάποιον που είναι βαριά άρρωστος, όμως την ίδια στιγμή γνωρίζεις ότι είναι επικίνδυνο να συμπεραίνεις ότι ένα φάρμακο θα έχει αποτέλεσμα, όταν πολλά υποσχόμενες θεραπείες αποδεικνύονται αναποτελεσματικές ή ακόμα και επιβλαβείς για τους ασθενείς σε κλινικές έρευνες» επισημαίνει ο Κάρλευ και οι συνεργάτες του οι οποίοι προχώρησαν και σε σχετική δημοσίευση στο επιστημονικό περιοδικό Emergency Medicine.
Οι ερευνητές έχουν καταγράψει πάνω από 2.900 κλινικές έρευνες σχετικές με την COVID-19, όμως στην πλειονότητά τους ήταν είτε πολύ μικρές, είτε δεν ήταν καλά σχεδιασμένες ώστε να μπορούν τα αποτελέσματά τους να χρησιμοποιηθούν.
Επανάληψη Σχετικό άρθρο στο επιστημονικό περιοδικό Nature επισημαίνει ότι παρά τις προσπάθειες για σύνθεση των διαθέσιμων δεδομένων σε φάρμακα, μάσκες και άλλα βασικά ζητήματα γ...
Πηγή/Περισσότερα: in.gr



















